ΧΙΟΝΙΑ

Blogger Widgets Blogspot Tutorial

Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2018

Μελισσοκομικά φυτά--δέντρα (Ιανουαρίου--Φεβρουαρίου)



Το χειμώνα εκτός από τα πευκοδάση,σε πολλές περιοχές της χώρας μας υπάρχουν σημαντικά μελισσοκομικά φυτά,που προσφέρουν στις μέλισσες νέκταρ και την απαραίτητη γύρη.

Τα σπουδαιότερα είναι:
Η ανεμώνη ή ανεμώνα είναι αγγειόσπερμο, δικοτυλήδονο φυτό, ανήκει δε στην οικογένεια των Bατραχιοειδών της τάξης των Bατραχιωδών.
Είναι εξαπλωμένη σε ολόκληρο τον κόσμο, είτε ως αυτοφυής είτε ως καλλιεργούμενη, αλλά βασικά βρίσκεται στις δασικές εκτάσεις και τα λιβάδια των βόρειων και εύκρατων περιοχών. Η ονομασία ανεμώνη προέρχεται από τη λέξη άνεμος εξ αιτίας της υπόθεσης που έκαναν οι Αρχαίοι Έλληνες ότι τα φυτά αυτά άνθιζαν μόνον όταν φυσούσε άνεμος.
Υπάρχουν 150 περίπου είδη ανεμώνης. Πολλές ποικιλίες καλλιεργούνται σε κήπους και πάρκα για τα όμορφα άνθη τους.
Από τα αυτοφυή είδη αρκετά είναι δηλητηριώδη. Η ανεμώνη, όμως τρώγεται εάν βραστεί στους 100 βαθμούς ή εάν τσιγαριστεί μαζί με μισό κιλό κρεμμύδι. Επίσης είναι γέμιση για παραδοσιακή πίτα του Ουζμπεκιστάν.

Η φουντουκιά είναι αγγειόσπερμο, δικότυλο, φυλλοβόλο φυτό και ανήκει στην τάξη των Φηγωδών (Fagales) και στην οικογένεια των Σημυδοειδών (Betulaceae). Τα είδη της είναι ψηλά δέντρα που φτάνουν σε ύψος και τα 35 μέτρα ή θάμνοι με ύψος 3-4 μέτρα. Τα φύλλα της είναι ωοειδή, ενώ εναλλάσσονται και φέρουν τρίχες. Τα άνθη της φουντουκιάς έχουν διαφορές μεταξύ τους και τα αρσενικά σχηματίζουν μακριές ταξιανθίες ενώ στα θηλυκά οι ταξιανθίες είναι μικρές και περιβάλλονται από λέπια.






Σκλήθρα θηλυκό

(βοτανική) φυλλοβόλος θάμνος ή δέντρο, του γένους Alnus, με ωοειδή ή ελλειπτικά οδοντωτά φύλλα και με μικρά πράσινα άνθη που σχηματίζουν ίουλους μικρό μυτερό κομματάκι ξύλου.



Φτελιά ή κοινώς και Φτελιάς, Φτιλιάς, Φτελιός και στα αρχαία ελληνικά γνωστή ως Πτελέα ή Πτελέη, είναι αυτοφυές φυλλοβόλο δέντρο που ανήκει στο γένος Ulmus. Η φτελιά χαρακτηρίζεται από φύλλωμα πυκνό βαθυπράσινο με παρυφή διπλή οδοντωτή και με βάση έντονα ασύμμετρη.
Στα περισσότερα είδη τα μικρά άνθη εμφανίζονται πριν από την έκπτυξη των φύλλων, νωρίς την άνοιξη. Tα άνθη δεν έχουν ούτε κάλυκα (σέπαλα) ούτε στεφάνη (πέταλα), και δεν παράγουν νέκταρ: επικoνιάζoνται από τον άνεμo. Tα άνθη είναι ερμαφρόδητα, μα εκτός αν είναι παρούσα η γύρη από μιαν άλλη φτελιά, οι σπόροι δεν γίνoνται βιώσιμοι. O καρπός της φτελιάς είναι ένας επίπεδος μεμβρανώδης ημιδιάφανoς δίσκος, μεγέθους μικρού κέρματος, που ονομάζεται «σαμάρα», περικλείoντας στη μέση του το μονό σπόρο.






Κυπαρίσσι  κωνοφόρο, αειθαλές φυτό, το κυπαρίσσι ανήκει στην οικογένεια των Κυπαρισσοειδών με 18 είδη που βρίσκονται στις περιοχές της Βορείου Αμερικής, στις χώρες της Μεσογείου και στη Δυτική Ασία.Τα περισσότερα είδη είναι δέντρα που φτάνουν σε ύψος τα 30 μέτρα και έχουν σχήμα οβελίσκου. Λίγα είναι τα θαμνώδη είδη που είναι αυτοφυή άγριων βραχωδών περιοχών με απλωμένα κλαδιά που δεν ξεπερνούν σε ύψος τα 7 μέτρα.Ο φλοιός του δέντρου χωρίζεται σε λωρίδες που αποχωρίζονται και πέφτουν. Τα φύλλα του είναι απλωτά βελονοειδή και σε μεγαλύτερη ηλικία αποκτούν λέπια. Οι κώνοι του κυπαρισσιού έχουν σχήμα σφαιρικό και φέρουν ζεύγη ξυλωδών λεπιών που βγαίνουν από τον άξονα του κάθε κώνου. Τα λέπια αυτά όταν γονιμοποιηθούν φέρουν αρκετούς σπόρους που ωριμάζουν κάθε δεύτερο χρόνο. Ο κώνος ανοίγει 2 χρόνια αργότερα..Η καλής ποιότητας ξυλεία του χρησιμοποιείται στην επιπλοποιία



Το δενδρολίβανο, γνωστό και ως αρισμαρί, στην Κύπρο είναι γνωστό με το όνομα λασμαρί, είναι αρωματικός, αειθαλής θάμνος ο οποίος ανήκει στο γένος Ροσμαρίνος και στην οικογένεια των Χειλανθών. Tο γένος Rosmarinus περιλαμβάνει, εκτός του γνωστού (R. officinalis) που αναφέρεται και ως λιβανωτίς (Διοσκ.) και ως δενδρολίβανον το φαρμακευτικόν, και μερικά άλλα είδη, μεταξύ των οποίων και τα ακόλουθα: Ροσμαρίνος ο εριοκάλυξ (R. eriocalyx) και Ροσμαρίνος ο γναφαλώδης (R. tomentosus)[2]. Η λατινική ονομασία του φυτού Rosmarinus σημαίνει δροσιά της θάλασσας και είναι σύνθετη από τις λέξεις ros (δροσιά) και marinus (θαλάσσιος), γιατί πιστευόταν ότι το φυτό μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς πότισμα, αρκούμενο μόνο στην υγρασία που έρχεται από τη θάλασσα.[3] Γνωστό φυτό στην αρχαιότητα όταν οι Αρχαίοι Έλληνες το χρησιμοποιούσαν σε διάφορες θρησκευτικές τελετές και γιορτές, σε στολισμούς κτηρίων, ναών και ως καύσιμο για θυμίαμα. Η καταγωγή του είναι από τις περιοχές της Μεσογείου αλλά σήμερα εκτός από τις περιοχές αυτές καλλιεργείται ως καλλωπιστικό για τα ωραία κυανά άνθη του σε όλη σχεδόν την Ευρώπη και τις εύκρατες περιοχές της Αμερικής. Περιέχει τανίνη και αιθέριο έλαιο, το οποίο εξάγεται με απόσταξη κυρίως από τις κορυφές των ανθοφόρων βλαστών. Τα άνθη του προτιμώνται από τις μέλισσες και γίνονται πηγή για την παραγωγή μελιού.



Πρώτες μέρες του Φλεβάρη, και οι μικρές κίτρινες τρύπες μέσα στο καταχείμωνο. Είναι οι ανθισμένες μιμόζες στη Φιλοθέη, στο Καλαμάκι, στο Φάληρο. Με φύλλα λεπτεπίλεπτα, μικρή σχετικά σε μέγεθος, μια διακριτική παρουσία τους έντεκα μήνες, μόνο τον Φεβρουάριο ανάβει τα χαμηλά κίτρινα φώτα, μια παρένθεση μέσα στην παγωνιά,  ένα πρελούδιο της Άνοιξης που ακόμα δεν έχει πλησιάσει λίγο μετά τη μυγδαλιά, ένα μήνα πριν από την κορομηλιά και τις ανεμώνες.
Και στα χειμωνιάτικα βάζα θα κάνουν τις αλλεπάλληλες εμφανίσεις τους τα κίτρινα άνθη εκπέμποντας μία γοητεία που αγγίζει και τους ανθρώπους της ζωγραφικής
Οι Άγγλοι  τη λένε Silver Wattle, οι Γερμανοί Silber-Akazie , οι Γάλλοι Mimosa des fleuristes
Στη γλώσσα των βιολόγων» κυκλοφορεί με το όνομα Acacia dealbata   και είναι πλάσμα που πρωτοεμφανίστηκε στην  Αυστραλία, Από κει την έφερε στη γηραιά Ήπειρο ο κάπταιν Κουκ, ο θαλασσοπόρος,  και οι Ευρωπαίοι έμαθαν να τη φυτεύουν για να εξαπλωθεί τον 19ο αιώνα.




Η Αμυγδαλιά η νυφούλα του χειμώνα!!!Είναι είδος φυτών της οικογένειας τών Ροδιδών που πολλές φορές εντάσσεται στο γένος Προύμνη. Το κοινότερο είδος είναι η Προύμνη η γλυκεία (Prunus dulcis, συνώνυμα: Prunus amygdalus, Amygdalus communis) που φύεται σε όλες σχεδόν τις θερμές και ξηρές περιοχές της Παραμεσογειακής ζώνης όπου καλλιεργείται από τα αρχαία χρόνια. Για αυτόν το λόγο ο καθορισμός τού τόπου προέλευσής του είναι πολύ δύσκολος. Είναι δένδρο φυλλοβόλο με ύψος από 4 ώς 12 μέτρα, κορμό διαμέτρου μέχρι 30 εκατοστά και φύλλα ελλειψοειδή, λογχοειδή και οδοντωτά.







Η βερικοκιά είναι οπωροφόρο, μακρόβιο, φυλλοβόλο δέντρο και ανήκει στο γένος Προύνος της οικογένειας των Ροδοειδών. Στην Κύπρο το δέντρο είναι γνωστό ως χρυσομηλιά.

Βρίσκεται αυτοφυής στην Ανατολική Ασία και τα Ιμαλάια, από όπου μεταφέρθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη μέσω της Αρμενίας, εξ’ ου και η επιστημονική της ονομασία Προυνούς Αρμενιάκα. Πρέπει να ήταν γνωστή στην Κίνα, γιατί υπάρχουν αναφορές σε βιβλία όπου κατά το 2200 π.Χ. είχε την ονομασία Σίνγκ.
Σήμερα καλλιεργείται σε όλες τις εύκρατες περιοχές του κόσμου για το νόστιμο καρπό της, το βερίκοκο. Η βερικοκιά είναι δέντρο με σφαιροειδές σχήμα και αρκετές απλωτές διακλαδώσεις. Τα φύλλα της είναι πλατιά σε σχήμα αβγού ή καρδιάς στιλπνά στην επάνω επιφάνεια και φέρουν αδένες και παράφυλλα πάνω στο μίσχο. Τα άνθη της είναι και αρσενικά και θηλυκά και έχουν χρώμα λευκό ή ελαφρύ ρόδινο, φύονται δε μόνα τους ή ανά δύο.
Η άνθιση ολοκληρώνεται πριν βγουν τα φύλλα και γίνεται την άνοιξη (αρχές Μαρτίου-Απριλίου), είναι δε μικρής διάρκειας.
Η καλλιεργούμενη βερικοκιά πολλαπλασιάζεται με εμβολιασμό που γίνεται σε συγγενικά είδη, κυρίως σε αμυγδαλιά αλλά και σε ροδακινιά, κορομηλιά και δαμασκηνιά.
Για την καλλιέργεια της τα πιο κατάλληλα εδάφη είναι αυτά με μία μέση σύσταση και λεπτή υφή. Όταν υπάρχει δυνατό και ξαφνικό κρύο ή παγετός τότε οι ανθοί καταστρέφονται, αν και τα δέντρα είναι ανθεκτικά και σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. Υψηλές θερμοκρασίες επίσης προκαλούν αλλοιώσεις στον καρπό. Τα δέντρα χρειάζονται καλό πότισμα την περίοδο της ανθοφορίας τους.
Κάτω από καλές συνθήκες μία βερικοκιά μπορεί να ζήσει και πάνω από 100 χρόνια.




Άλλο ένα πολύ σημαντικό φυτό που η ανθοφορία του ευνοεί τα μελισσάκια είναι το ανοιξιάτικο ρείκι.

Ανθίζει στα νότια από τέλος Φεβρουαρίου και κρατάει μέχρι τον Μάρτιο, ενώ στα βόρεια ανθίζει τέλος Μαρτίου και κρατάει και όλο τον Απρίλιο. Αν το ευνοήσει ο καιρός δίνει μεγάλες ποσότητες μέλι και γύρη.
Όπως όλα τα ρείκια όμως είναι πολύ ευαίσθητο στον παλιόκαιρο, οπότε και σταματάει εντελώς αν χαλάσει ο καιρός.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου